Βασικά χαρακτηριστικά του οικοσυστήματος της Πάρνηθας

Το άρθρο που ακολουθεί, αποτελεί εργασία του Ανδρέα Καλογερόπουλου για το μάθημα Φυσικό Περιβάλλον Οικολογία Γεωλογία Ορεινή Χλωρίδα και Πανίδα της σχολής Συνοδών Βουνού του ΙΕΚ Ένωση. Το θέμα της εργασίας ήταν να περιγραφούν τα χαρακτηριστικά του οικοσυστήματος της Πάρνηθας, ως προς τη χλωρίδα, την πανίδα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά προσαρμογής των ειδών στο περιβάλλον.

Εισαγωγή

 H Πάρνηθα είναι το ψηλότερο και μεγαλύτερο βουνό της Αττικής. Η κορυφή της oνομάζεται Καραβόλα και έχει ύψος 1.413μ. Αν και δεν είναι ψηλό βουνό, είναι αρκετά εκτεταμένο καθώς το μήκος της φτάνει περίπου τα 32χλμ, ενώ έχει συνολικά 16 κορυφές που ξεπερνούν τα 1.000μ. Όλο αυτό το ανάγλυφο δημιουργεί ένα ορεινό συγκρότημα με φαράγγια, ορθοπλαγιές, πηγές και μεγάλα οροπέδια, που δίνουν στην Πάρνηθα τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου βουνού και τη διαφοροποιούν ξεκάθαρα από τα υπόλοιπα βουνά της Αττικής. Παρόλη τη φυσική της ομορφιά, η Πάρνηθα κατά τη διάρκεια των περασμένων ετών υποβαθμίστηκε αρκετά. Πυρκαγιές, διάφορες εγκαταστάσεις, παλιά σανατόρια, σκουπίδια, παράνομο κυνήγι, λαθροϋλοτομία και η ρύπανση γενικά κυρίως λόγω της γειτνίασης με την πρωτεύουσα, δεν ενοχλούν μόνο αισθητικά τον επισκέπτη, αλλά δημιουργούσαν σοβαρά  προβλήματα και οχλήσεις στο οικοσύστημα.

Πύρινη λαίλαπα

Η μεγάλη πυρκαγιά του 2007 που ξεκίνησε από τα Δερβενοχώρια στα δυτικά, δυστυχώς δεν κατασβήστηκε, καίγοντας 36.000 στρέμματα δάσους, εκ των οποίων τα 21.000 ήταν δάσος κεφαλληνιακής ελάτης ηλικίας 150-200 ετών. Μαζί με τα δάση κάηκαν και πολλά ζώα κι έτσι το περιβάλλον δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα. Αυτή ήταν και η σοβαρότερη υποβάθμιση του δρυμού. Αν και συνέβησαν όλα αυτά, η Πάρνηθα φαίνεται να αντιστέκεται και να κλείνει με τον καιρό τις πληγές της μέσω της φυσικής, αλλά και της τεχνητής αναδάσωσης στην περιοχή των καμένων εκτάσεων. Η φύση φαίνεται να βρίσκει την ισορροπία της αποκαθιστώντας τη χλωρίδα και την πανίδα στο μέτρο που επιτρέπουν οι συνθήκες (κλιματολογικές, εδαφολογικές, βόσκηση κοπαδιών & άγριων οπληφόρων κλπ). Όμως ας δούμε πιο αναλυτικά τα χαρακτηριστικά του οικοσυστήματος της Πάρνηθας.

Εθνικός Δρυμός 

 Η μεγάλη βιοποικιλότητα με εκατοντάδες ενδημικά και μη ενδημικά είδη, ήταν ένας από τους λόγους που η Πάρνηθα ανακηρύχθηκε το 1961 Εθνικός Δρυμός, καλύπτοντας μια έκταση 38.000 στρεμμάτων που προστατεύεται από το νόμο με ειδικές διατάξεις.

Χλωρίδα 

  Όσον αφορά τη χλωρίδα υπάρχουν υψομετρικές ζώνες βλάστησης. Στους πρόποδες του βουνού και στα χαμηλότερα υψόμετρα κυριαρχεί η μακία βλάστηση με θάμνους  όπως ο Σχίνος, το Πουρνάρι, η Κουμαριά, η Γλυστροκουμαριά και διάφορα φρύγανα όπως το θυμάρι κλπ. Η ζώνη της μακίας δηµιουργεί ιδανικά καταφύγια για την πλούσια εδαφοπανίδα, και αποικοδοµητές όλων των κατηγοριών, φυτοφάγα και σαρκοφάγα έντοµα και θηρευτές όπως οι αράχνες.   Στην ίδια ζώνη ευδοκιμεί  και η χαλέπιος πεύκη (Pinus halepensis), ένα είδος ανθεκτικό και χαρακτηριστικό των μεσογειακών οικοσυστημάτων που φτάνει μέχρι τα όρια της ελάτης, δημιουργώντας εν μέρει μικτές συστάδες. Ψηλότερα φύονται τα έλατα του είδους της κεφαλληνιακής ελάτης (Αbies cephalonica), ενώ ανάμεσα σ’ αυτά συναντούμε  συστάδες με μαυρόπευκα (Pinus nigra). Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η βλάστηση των μεγαλύτερων υψομέτρων δεν εξαρτάται απόλυτα από αυτό, αλλά και από τη γεωμορφολογία της περιοχής. Έτσι σε πλαγιές πιο σκιερές ή βορινές ευνοείται η ανάπτυξη της μαύρης πεύκης και της ελάτης, ενώ σε πιο προσήλιες παρατηρούμε ότι το καμένο ελατόδασος αντικαθίσταται από την πιο ανθεκτική χαλέπιο πεύκη. Υπάρχει επίσης η αζωνική βλάστηση που φύεται κοντά σε ρέματα και πηγές με  υδρόφιλα είδη όπως τα πλατάνια, οι ιτιές, οι πικροδάφνες, οι βελανιδιές και άλλα δέντρα, ενώ από νωρίς την άνοιξη η Πάρνηθα γεμίζει από αγριολούλουδα. Κυκλάμινα, ανεμώνες και συνολικά 130 είδη αγριολούλουδων φύονται παντού χρωματίζοντας τις πλαγιές και τα ορεινά λιβάδια του βουνού ενώ το φθινόπωρο τουλάχιστον 100 είδη μανιταριών φυτρώνουν από άκρη σε άκρη, συνθέτοντας έναν βοτανολογικό παράδεισο.

Πανίδα  

 Η πανίδα της Πάρνηθας είναι εξίσου πλούσια και εξαρτάται άμεσα και  έμμεσα από τη χλωρίδα του βουνού. Η σημαντική έκτασή της, το σχετικά ήπιο κλίμα της, η πλούσια βλάστηση, η προστασία που απολαμβάνει ως Εθνικός Δρυμός, και Καταφύγιο Θηραμάτων (110.000 στρέμματα), το ιδιόμορφο ανάγλυφο, με τα βαθιά ρέματα και τις απόκρημνες πλαγιές, σε συνδυασμό με τα επίπεδα λιβάδια και τα οροπέδια συντέλεσαν στη δημιουργία μεγάλης ποικιλίας βιοτόπων στους οποίους βρίσκουν καταφύγιο διάφορα θηλαστικά, ερπετά και πολυάριθμα είδη της ορνιθοπανίδας. Το περιβάλλον του δάσους, τα κούτσουρα και οι πεσµένοι κορµοί φιλοξενούν µικρά θηλαστικά όπως σκίουρους και άλλα τρωκτικά, καθώς επίσης  ερπετά  (σαύρες και φίδια), ενώ στις βραχώδεις πλαγιές των φαραγγιών πετούν και φωλιάζουν φιδαετοί, πετρίτες  και γερακίνες. Στα δέντρα βρίσκουν καταφύγιο πολλά είδη πουλιών όπως τσαλαπετεινοί, κοκκινολαίμηδες, κουκουβάγιες κ.ά., ενώ οι σχισμές των βράχων γίνονται φωλιές για τον ασβό, το πετροκούναβο και την αλεπού.

Από τα μεγάλα θηλαστικά, το πιο γνωστό και χαρακτηριστικό που συναντά συχνά ο επισκέπτης είναι το κόκκινο ελάφι που δεν είναι ενδημικό είδος της Πάρνηθας, αλλά εισαγόμενο από τη βασιλική οικογένεια του Τατοΐου. Το είδος προσαρμόστηκε ιδανικά στις συνθήκες της περιοχής βρίσκοντας άφθονη βλάστηση για τροφή και δημιουργώντας έναν εύρωστο πληθυσμό που αυξήθηκε τόσο, ώστε να ασκεί πιέσεις στην ανάπτυξη της χλωρίδας και στην αναγέννηση του δάσους. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα μετά τις πυρκαγιές. Σύμφωνα με υπολογισμούς  ο πληθυσμός του κόκκινου ελαφιού υπολογίζεται ότι ξεπέρασε τα 1100 άτομα εμποδίζοντας την τεχνητή και φυσική αναγέννηση του δάσους. Ιδιαίτερα επιβαρύνεται η ανάπτυξη της ελάτης που έτσι και αλλιώς γίνεται δύσκολα, αφού έχει απαιτήσεις σε έδαφος, σε σκιά και υγρασία και οι συνθήκες της Πάρνηθας σύμφωνα με ειδικούς προσφέρονται οριακά για την ανάπτυξή του είδους. Επίσης, εκτός από τα ελάφια, υπάρχουν ακόμα οι κρητικοί αίγαγροι και λίγα ζαρκάδια. Τα ζαρκάδια δεν τα συναντά κανείς εύκολα γιατί προτιμούν την πυκνή βλάστηση και έχουν περισσότερο κρυπτιδική συμπεριφορά από τα ελάφια. Αποφεύγουν τους ανθρώπους και περιορίζονται κυρίως στο δυτικό τμήμα του βουνού που είναι πιο απομονωμένο. Ένα ακόμη είδος οπληφόρων του βουνού είναι οι κρητικοί αίγαγροι.  Όπως και τα ελάφια, οι αίγαγροι  δεν είναι ενδημικό είδος της Πάρνηθας και εισήχθησαν από την Κρήτη το 1961 βρίσκοντας το κατάλληλο περιβάλλον, καταφύγιο και τροφή στα απόκρημνα εδάφη των φαραγγιών. Τα τελευταία χρόνια στην Πάρνηθα εμφανίστηκαν και οι αγριόχοιροι, αφού πρώτα είχαν αυξηθεί στην Μεγαρίδα και στις δυτικές περιοχές της Αττικοβοιωτίας. Η επικοινωνία της Πάρνηθας με το ορεινά συμπλέγματα της Στερεάς μέσω των ορέων Πάστρα και Πατέρας έφερε αυτούς τους πληθυσμούς οι οποίοι βρήκαν άφθονη τροφή όπως βελανίδια, ρίζες και καρπούς και αυξήθηκαν τόσο που κάποια άτομα του είδους πέρασαν από τα όρια της Πάρνηθας και εμφανίστηκαν μέχρι την Πεντέλη και τα προάστια της βόρειας Αττικής.

Θηρευτές

 Μέχρι πριν από λίγα χρόνια τα άγρια οπληφόρα της Πάρνηθας δεν είχαν φυσικούς εχθρούς και η απουσία θηρευτών στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας ήταν εμφανής. Τριγύριζαν παντού στο βουνό ακολουθώντας την προσφορά τροφής.

Έπειτα από εξήντα και πλέον χρόνια, περίπου από το έτος 2009, στο βουνό της Αττικής επανεμφανίστηκαν  οι λύκοι, πιθανόν ακολουθώντας την πορεία του αγριόχοιρου που αποτελεί βασικό στοιχείο της διατροφής τους. Για την επανεμφάνιση των λύκων και την επίδρασή τους στο οικοσύστημα της Πάρνηθας εκπονήθηκαν μελέτες από την περιβαλλοντική οργάνωση για την άγρια ζωή «Καλλιστώ» τα έτη 2014-15 και τελευταία από την ΜΚΟ Βιόσφαιρα με τίτλο: «Μελέτη της επίδρασης των λύκων στον πληθυσμό και κινητικότητα του κόκκινου ελαφιού στην Πάρνηθα» (http://www.parnitha.net/datafiles/file/meleti%20Parnitha%20final.pdf).

Η έρευνα  ολοκληρώθηκε το 2018 και έδειξε ότι η διατροφή των λύκων στην Πάρνηθα εστιάζεται σε μεγάλο ποσοστό στα άγρια οπληφόρα (92%) και ιδιαίτερα στα ελάφια, τα οποία αποτελούν τα 2/3 της συνολικής καταναλωμένης βιομάζας. Δεύτερος σε σειρά προτίμησης, εμφανίζεται ο αγριόχοιρος που αποτελεί το 22% της διατροφής των λύκων. Αντίθετα η θήρευση σε κατοικίδια αιγοπρόβατα ήταν πολύ μικρή κυρίως λόγω της αφθονίας άγριων θηραμάτων και της φύλαξης των κοπαδιών από ποιμενικούς σκύλους καθώς και το στάβλισμά τους τις βραδινές ώρες που η κινητικότητα των λύκων είναι κατά 87% μεγαλύτερη σε σχέση με την ημερήσια τους δραστηριότητα, σύμφωνα με τη μελέτη.

Άλλα είδη ζώων που παρατηρήθηκαν να καταναλώνουν τα υπολείμματα της θήρευσης των λύκων, με φθίνοντα αριθμό καταγραφών, ήταν: αλεπούδες, κουρούνες, πετροκούναβα, κοράκια, αδέσποτοι σκύλοι, αγριόχοιροι και γερακίνες. Οι αλεπούδες καταγράφηκαν με τη μεγαλύτερη συχνότητα που φτάνει το 95% των συνολικών καταγραφών στα θηρευμένα ζώα. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αύξηση του πληθυσμού των αλεπούδων στην Πάρνηθα. Οι καταγραφές των αλεπούδων είναι πολύ υψηλές και φαίνεται ότι πιθανότατα έχουν ωφεληθεί από την παρουσία των λύκων και τα υπολείμματα θήρευσης. Η παρουσία αλεπούδων στα θηρευμένα αλλά και μη θηρευμένα άγρια οπληφόρα που παρακολουθήθηκαν κατά τη διάρκεια της μελέτης ήταν καθολική και παρέμειναν γύρω από τα θηρευμένα μέχρι και την πλήρη κατανάλωσή τους. Σε περίπτωση που ο πληθυσμός των λύκων διατηρηθεί στα ίδια επίπεδα και ο ρυθμός θήρευσης των ελαφιών παραμείνει στο ίδιο ποσοστό, τότε αναμένεται μείωση του απομονωμένου πληθυσμού ελαφιών.

Οι αδέσποτοι σκύλοι συμμετέχουν στο οικοσύστημα της Πάρνηθας και τρέφονται με υπολείμματα θηρευμένων ειδών, αλλά κυρίως από ανθρωπογενείς πηγές. Στη μελέτη, παρατηρήθηκε ένα ποσοστό υβριδισμού αδέσποτων σκύλων με λύκους, αλλά η γενική παρουσία τους είναι πυκνότερη εκεί που η δραστηριότητα των λύκων είναι πιο αραιή.

Επίλογος

 Ο ορεινός όγκος της Πάρνηθας είναι ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα που προσφέρει τις συνθήκες (εδαφολογικές, κλιματολογικές) για την ανάπτυξη  της βιοποικιλότητας. Πολλά είδη που ζουν στο δρυμό είναι ενδημικά, ενώ άλλα έχουν εποικήσει το βουνό και έχουν προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες συνθήκες.  Όλοι οι οργανισμοί αλληλεπιδρούν έμμεσα ή άμεσα και ο καθένας έχει το δικό του ρόλο στην ισορροπία αυτού του οικοσυστήματος. Η Πάρνηθα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι στη φύση όλα είναι χρήσιμα και όλα ανακυκλώνονται σε αλληλεπίδραση με άλλους οργανισμούς και με το περιβάλλον.

 

ΠΗΓΕΣ:
https://parnithaproject.blogspot.com
www.topoguide.gr
www.biosfera.org
www.parnitha.net

 

 

 

Αφήστε ένα σχόλιο